Διαζύγιο και κοινή περιουσία συζύγων

Όταν δυο σύζυγοι αποφασίσουν τη λύση του γάμου τους, ήτοι να πάρουν διαζύγιο, ανακύπτει πληθώρα προβλημάτων και κυρίως το πώς θα ρυθμιστούν ζητήματα που μέχρι πρότινος διαχειρίζονταν από κοινού οι σύζυγοι.  Η επιμέλεια των παιδιών, το ποιος θα ασκεί τη γονική μέριμνα, ο χωρισμός της κοινής περιουσία των συζύγων αποτελούν κάποια ενδεικτικά παραδείγματα.

Στο παρόν άρθρο θα εξεταστεί το ζήτημα της φύσης της παραίτησης από την  αξίωση που έχει ένας σύζυγός απέναντι στον άλλον για τη συμμετοχή στα αποκτήματα, ήτοι της αξίωσης απόδοσης μέρους της περιουσίας που απέκτησε ο ένας σύζυγος κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου και εφόσον ο διεκδικών σύζυγος συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας με οποιονδήποτε τρόπο, όχι μόνο υλικό αλλά και ηθικό ή και ψυχολογικό, υπό το πρίσμα της υπ’ αριθμ. 6/2019 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. 

Νομικό πλαίσιο που διέπει την εν λόγω αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα:

Σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 1400 του Αστικού Κώδικα: «Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα: Αν ο Γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του  ενός  συζύγου έχει,  αφότου  τελέσθηκε  ο  Γάμος,  αυξηθεί,  ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε  με  οποιονδήποτε  τρόπο  στην  αύξηση  αυτή,  δικαιούται  να απαιτήσει  την  απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο  ένα τρίτο  της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η  προηγούμενη  παράγραφος  εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση  διάστασης  των  συζύγων  που  διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν  υπολογίζεται  ό,τι αυτοί  απόκτησαν  από  δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες».

 Επίσης κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 1401 του Αστικού Κώδικα: «Η αξίωση του προηγούμενοι, άρθρου δεν γεννιέται, σε  περίπτωση θανάτου,  στο  πρόσωπο  των κληρονόμων του συζύγου που πέθανε. Επίσης δεν εκχωρείται ούτε  κληρονομείται,  εκτός  αν   έχει   αναγνωρισθεί συμβατικά ή έχει επιδοθεί αγωγή. Η αξίωση παραγράφεται δύο χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου».

Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του άλλου συζύγου έχει ενοχικό χαρακτήρα, όπερ και σημαίνει ότι με τη λύση ή την ακύρωση του γάμου, όπως και με τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης, ο σύζυγος με  τη μηδενική ή τη μικρότερη αύξηση, που συνέβαλε όμως στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου, δεν αποκτά αυτοδικαίως  το μερίδιο των αποκτημάτων  που αντιστοιχούν στη συμβολή του, απλώς δικαιούται να απαιτήσει  την απόδοσή του. 

 Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα γεννάται μόνο στο πρόσωπο του συζύγου, ο οποίος συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου. Αν λοιπόν, ο γάμος λυθεί, με το θάνατό του οι κληρονόμοι του δεν έχουν αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (ΑΚ 1401 εδ. α’). Ακόμη και αν η αξίωση είχε γεννηθεί στο πρόσωπο του συζύγου, οι κληρονόμοι του δεν μπορούν να την ασκήσουν, εκτός αν είχε αναγνωρισθεί συμβατικά ή είχε επιδοθεί σχετική αγωγή (ΑΚ 1401 εδ. β). Πρόκειται συνεπώς για αξίωση αυστηρώς προσωποπαγή. 

Προβληματισμός που έχει ανακύψει ως προς τη φύση της συμβατικής παραίτησης από την εν λόγω αξίωση. 

Το ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που απασχόλησε και την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αφορά τη φύση και το κύρος της συμβατικής παραίτησης από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα που γίνεται από τον δικαιούχο σύζυγο στο πλαίσιο της γενικότερης ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεών του με τον υπόχρεο σύζυγο, πριν όμως από τη γέννηση της αξίωσης, δηλαδή πριν λυθεί ή ακυρωθεί αμετακλήτως ο γάμος ή πριν συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση, ενόψει κοινής συμφωνίας αυτών για τη λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο και υπό την προϋπόθεση ότι ο γάμος θα λυθεί πράγματι με συναινετικό διαζύγιο. Εάν δηλαδή η παραίτηση αυτή συνιστά επί της ουσίας σύμβαση άφεσης χρέους (ΑΚ 455 επ.) ή  σύμβαση συμβιβασμού (ΑΚ 871 επ.)

Ειδικότερα και όπως όλως αναλυτικώς αναπτύσσεται στο σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 6/2019 απόφασης της Ολομέλειας του  Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ, όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι η σύμβαση της άφεσης χρέους, που αφορά παραίτηση από ενοχικό και μόνο δικαίωμα, ήτοι από απαίτηση, προϋποθέτει υπάρξαν ή υπαρκτό, κατά τον χρόνο της σύναψής της, χρέος και όχι μελλοντικό, αόριστο ή εντελώς άγνωστο. Αν η σύμβαση αφορά χρέος που έχει αποσβεσθεί ή δεν έχει συσταθεί ποτέ, τότε πρόκειται για δικαιοπραξία βεβαιωτική της απόσβεσης ή για αρνητική αναγνωριστική σύμβαση αντίστοιχα, ενώ αν αφορά απαίτηση υπό αίρεση ή ακόμη μη γεννηθείσα, αλλά μέλλουσα, τότε πρόκειται για συμφωνία εκ των προτέρων προσδιοριστική της έκτασης της ενοχής. 

Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι ενοχική και προσωποπαγής, γεννάται δε από τη στιγμή που θα λυθεί ή θα ακυρωθεί αμετακλήτως ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων, ενώ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων του ανωτέρω άρθρου και των άρθρων 3, 174, 178, 871 και 1441 ΑΚ, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει τον χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου, και συνεπώς παραίτηση του δικαιούχου ή σύναψη αντιθέτων συμφωνιών εκ των προτέρων, πριν δηλαδή γεννηθεί η σχετική αξίωση απαγορεύεται και είναι άκυρη, δεν αποκλείεται, όμως, από τη διάταξη αυτή, όπως το ζήτημα των αποκτημάτων γίνει αντικείμενο ενός γενικότερου διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, στις διαπραγματεύσεις αυτών για να καταλήξουν στην κατά το άρθρο 1441 ΑΚ συμφωνία συναινετικού διαζυγίου, οπότε, κατ` εξαίρεση, η συμφωνία αυτή είναι ισχυρή, με τον όρο ότι η τελευταία (συμφωνία των συζύγων για τα αποκτήματα) τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της, εξ αυτού αποκλειστικά του λόγου διαζυγίου, λύσης του γάμου. Πράγματι, αφού μόνη η κοινή συναίνεση σε διαζύγιο συνιστά αυτοτελή και δεσμευτικό για τον δικαστή λόγο διαζυγίου, πολύ περισσότερο θα είναι ισχυρή και η υπό αίρεση ρύθμιση στο στάδιο αυτό της ενοχικής αξίωσης για τα αποκτήματα, ακόμη και δια παραιτήσεως, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι γενικοί όροι ακυρότητας της δήλωσης βουλήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. 

Η ρυθμιστική αυτή για τα αποκτήματα συμφωνία, εφόσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσης του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου, να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση υπέρ του άλλου (υποχρέου) συζύγου. 

Η, ως άνω, παραίτηση έχει νομικό έρεισμα στις προαναφερόμενες διατάξεις και όχι σ` αυτήν του άρθρου 454 ΑΚ, εφόσον, κατά τα προεκτιθέμενα, η σχετική απαίτηση ανάγεται στο μέλλον και δεν έχει γεννηθεί κατά τον χρόνο που εκείνη (παραίτηση) λαμβάνει χώρα. Αντίθετο επιχείρημα δεν δύναται να αντληθεί από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 4356/2015, η οποία για τους συνάπτοντες σύμφωνο συμβίωσης ορίζει ότι ” τα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα πριν από τη γέννησή τους“, διότι αν ο νομοθέτης ήθελε να ισχύει η απαγόρευση αυτή και στην περίπτωση του άρθρου 1400 ΑΚ θα το όριζε σ` αυτό ρητά.

Συμπέρασμα: 

Επομένως, εκ των ανωτέρω συνάγονται τα εξής: Η εκ των προτέρων παραίτηση από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, προτού δηλαδή επέλθουν τα αίτια γέννησης αυτής, δηλαδή είτε λύση του γάμου, είτε ακύρωση αυτού είτε τριετής διάσταση, δεν είναι επιτρεπτή καθότι η ΑΚ 1400 είναι διάταξη αναγκαστικού δικαίου.

Ωστόσο κατ’ εξαίρεση και μόνο επιτρέπεται στους συζύγους να παραιτηθούν και πριν την έλευση των ανωτέρω γεγονότων από την ως άνω αξίωση, και η συμφωνία αυτή είναι ισχυρή, υπό την προϋπόθεση κατάρτισης συμφωνίας που προβλέπει τη συναινετική λύση του γάμου. Μάλιστα η συμφωνία αυτή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της λύσης του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, αναπτύσσει δηλαδή τα αποτελέσματά της μόνο όταν λυθεί συναινετικά ο γάμος. Πρόκειται δε, όχι για σύμβαση άφεσης χρέους αλλά για σύμβαση προσδιοριστική της έκτασης της ενοχής. 

Κατερίνα Μπασιαρίδου 
Δικηγόρος LLM