Αποδοχή κληρονομιάς: Τι είναι το ευγεργέτημα της απογραφής;

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1902 ΑΚ όσο ο κληρονόμος έχει το δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομιά, μπορεί να δηλώσει ότι την αποδέχεται με το ευεργέτημα της απογραφής. Η δήλωση γίνεται στη γραμματεία του δικαστηρίου της κληρονομιάς.

Κατά δε το άρθρο 1847 ΑΚ ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομιά μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της, ενώ κατά το άρθρο 1903 ΑΚ ο κληρονόμος με απογραφή οφείλει να τελειώσει την απογραφή της κληρονομικής περιουσίας μέσα σε τέσσερις μήνες αφότου γίνει η δήλωση του προηγούμενου άρθρου. Ο νομοθέτης καθιέρωσε και τρίτη επιλογή για τον κληρονόμο (εκτός της αποδοχής και της αποποίησης) ήτοι την αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής, ως αντίβαρο στις υπερβολές του συστήματος της απεριόριστης ευθύνης.  Πρόκειται για ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ αποδοχής και αποποίησης,κύριο αποτέλεσμα της οποίας είναι ο περιορισμός της ευθύνης του κληρονόμου μέχρι το ενεργητικό της κληρονομίας (ΑΚ 1904 εδ. α΄). Ο περιορισμός αυτός συνοδεύεται από ορισμένες διατυπώσεις και υποχρεώσεις που αποσκοπούν στη διατήρηση της κληρονομίας για την εξόφληση των υποχρεώσεών της.

Περαιτέρω, με τα άρθρα 1911 ΑΚ και 1912 ΑΚ ρυθμίζεται η έκπτωση του κληρονόμου από το ευεργέτημα της απογραφής που θα συνεπάγεται την ευθύνη του ως απλού κληρονόμου. Μεταξύ των λόγων που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 1911 ο κληρονόμος οφείλει να τελειώσει την απογραφή μέσα σε τέσσερις μήνες από τότε που έκανε την δήλωση αποδοχής με το ευεργέτημα της απογραφής διαφορετικά χάνει το ευεργέτημα της απογραφής και θεωρείται ως απλός κληρονόμος.

Η απογραφή αυτή είναι δικαστική απογραφή, γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται με απόφαση του ειρηνοδίκη και διέπεται από τα άρθρα 838 επ. ΚΠολΔ. Επειδή ο κληρονόμος ευθύνεται για τη διοίκηση μόνο αν έχει υπαιτιότητα (άρθρο 1907 ΑΚ), κατά μείζονα λόγο, θα εκπίπτει από το ευεργέτημα μόνο αν υπαιτίως συντέλεσε στη μη εμπρόθεσμη σύνταξη απογραφής. Εξάλλου ως μη εμπρόθεσμη σύνταξη απογραφής, κατά την έννοια του άρθρου 1911 ΑΚ νοείται η τελείως παράλειψη εμπρόθεσμης σύνταξης απογραφής ή η μη περάτωση αυτής μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο θάνατος  του εξ απογραφής κληρονόμου, δεν συνεπάγεται  την απώλεια του ευεργετήματος. Αυτό μεταβαίνει στους κληρονόμους του, οι οποίοι ως προς την αρχική κληρονομιά καθίστανται κληρονόμοι με απογραφή, υπέχοντας τις αντίστοιχες υποχρεώσεις. 

Προκειμένου περί ανηλίκων και λοιπών προσώπων ανικάνων ή περιορισμένα ικανών για δικαιοπραξία, η απογραφή της κληρονομίας πρέπει να γίνει μέσα σε ένα έτος από τότε που τα πρόσωπα αυτά έγιναν απεριόριστα ικανά. Τέλος, στις περιπτώσεις κληρονόμων που τελούν υπό δικαστική συμπαράσταση την αίτηση για την απογραφή της επαχθείσας σ` αυτούς κληρονομίας την ασκεί, για λογαριασμό του συμπαρασταστατουμένου ο δικαστικός συμπαραστάτης, που εκπροσωπεί αυτόν, κατά κανόνα, σε κάθε δίκη, που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του, χωρίς στις περιπτώσεις αυτές, όπως, άλλωστε και σε κάθε περίπτωση άσκησης αίτησης για τη διενέργεια αυτοτελούς απογραφής να απαιτείται, αν δεν το διατάξει ο αρμόδιος Ειρηνοδίκης και η κλήτευση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών της περιφέρειάς του, στο βαθμό που η εν λόγω περίπτωση δεν περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που ρητά ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 2 ΚΠολΔ.

-Περίπτωση ύπαρξης περισσότερων κληρονόμων:

Σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι κληρονόμοι, καθένας από αυτούς μπορεί να αποδεχθεί με το ευεργέτημα της απογραφής τη μερίδα που του αναλογεί, χωρίς να επηρεάζεται η νομική θέση των λοιπών συγκληρονόμων. Αυτό όμως σημαίνει πως η δήλωση αποδοχής με το ευεργέτημα δεν ωφελεί τους συγκληρονόμους που δεν προέβησαν στην εν λόγω ενέργεια. 

Σε περίπτωση προσαύξησης (ΑΚ 1807 επ., 1823) δεν απαιτείται για την κατά προσαύξηση μερίδα νέα δήλωση αποδοχής με το ευεργέτημα της απογραφής.  Εφόσον η κατά προσαύξηση μερίδα δεν έχει αυτοτέλεια σε σχέση με την αρχική μερίδα του ωφελουμένου (παρά μόνον ως προς τα σημεία που ορίζει η ΑΚ 1808) η αποδοχή της αρχικής μερίδας με το ευεργέτημα της απογραφής έχει ως συνέπεια την επέκταση του ευεργετήματος και στην κατά προσαύξηση μερίδα. Ο ωφελούμενος από την προσαύξηση έχει σε αυτή την περίπτωση  την υποχρέωση  να συντάξει συμπληρωματική απογραφή εντός προθεσμίας  τεσσάρων μηνών, η οποία αρχίζει από τότε που έλαβε  γνώση της προσαύξησης (η ΑΚ 1903 εφαρμόζεται αναλόγως). Εξάλλου, αν ο ωφελούμενος είχε αποδεχθεί την αρχική μερίδα χωρίς το ευεργέτημα της απογραφής, δεν μπορεί να αποδεχθεί την κατά προσαύξηση μερίδα με το ευεργέτημα αυτό. 

Σε περίπτωση θανάτου του κληρονόμου, το δικαίωμα αποδοχής της κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής μεταβαίνει στους κληρονόμους του (ΑΚ 1854 επ.). Συνεπώς, οι κληρονόμοι του αρχικού κληρονόμου, ο οποίος πέθανε πριν παρέλθει η προθεσμία αποποίησης, μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα αποδοχής επ’ ωφελείας απογραφής της κληρονομίας που είχε επαχθεί στον αρχικό κληρονόμο.  Εάν ο κληρονόμος του αρχικού κληρονόμου προέβη σε δήλωση αποδοχής  της αρχικής κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής, η δήλωση αυτή ενέχει και δήλωση αποδοχής της κληρονομίας του αρχικού κληρονόμου, χωρίς όμως το ευεργέτημα της απογραφής.  Προκειμένου να γίνει  αποδοχή επ’ ωφελεία απογραφής και για την τελευταία αυτή κληρονομιά, απαιτείται η σχετική δήλωση του κληρονόμου να γίνει είτε πριν είτε συγχρόνως με τη δήλωση για την αρχική κληρονομία. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο κληρονόμος του κληρονόμου διοικεί δυο χωριστές περιουσιακές ομάδες (ΑΚ 1905, 1907).

Τέλος, συνεπεία της αποδοχής είναι πως τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της κληρονομιαίας περιουσίας  αποχωρίζονται αυτοδικαίως από την περιουσία του κληρονόμου και αποτελούν χωριστή ομάδα υπό τη διοίκηση του κληρονόμου (ΑΚ 1907) . Άμεση απόρροια του χωρισμού κληρονομίας και ατομικής περιουσίας του κληρονόμου αποτελεί o περιορισμός της ευθύνης του τελευταίου: ο κληρονόμος με απογραφή  ευθύνεται για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας μόνο μέχρι του ενεργητικού της και μόνο με τα στοιχεία του ενεργητικού (ΑΚ 1904 εδ. α’). Καμία σύγχυση δεν επέρχεται  ως προς τα δικαιώματα και της υποχρεώσεις του έναντι της κληρονομίας  (ΑΚ 1904 εδ. β’).  Η αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής συνεπάγεται τον χωρισμό της κληρονομίας από την ατομική περιουσία του κληρονόμου (separation boborum)  και μάλιστα αναδρομικά από την επαγωγή.

Ο αποχωρισμός αυτός της περιουσίας του κληρονόμου δημιουργεί μια ιδιόρρυθμη νομική κατάσταση για τον τελευταίο. Ως προς την κληρονομική ομάδα ο κληρονόμος με απογραφή θεωρείται τρίτος. Κατά συνέπεια δεν αντιτάσσονται εναντίον του ενστάσεις  από το πρόσωπο του κληρονομουμένου, όταν ασκεί δικαιώματά του κατά της κληρονομίας ως δανειστής της.

Κατερίνα ΜπασιαρίδουΔικηγόρος LLM