Αποποίηση κληρονομιάς από ανήλικο

Κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 1846 ΑΚ «Ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198», κατά δε το άρθρο 1847 ΑΚ «Ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της. Στην επαγωγή από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης. Αν ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία κατοικία του στο εξωτερικό ή αν ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή όταν διέμενε στο εξωτερικό, η προθεσμία είναι ενός έτους. Η προθεσμία αναστέλλεται από τους ίδιους λόγους που αναστέλλεται και η παραγραφή».

Κατά τα προβλεπόμενα στην ΑΚ 1846, ο κληρονόμος με το θάνατο του κληρονομούμενου αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία, ωστόσο η κτήση αυτή – όπως και το αντίστοιχο κληρονομικό δικαίωμα – είναι προσωρινή, επειδή σ’ αυτόν αναγνωρίζεται και δικαίωμα για αποποίησή του, τελεί δηλαδή υπό την  από το νόμο τιθέμενη διαλυτική αίρεση της αποποίησης[1]. Η αποποίηση συνιστά δηλαδή τη μονομερή δήλωση βουλήσεως του κληρονόμου ότι δεν επιθυμεί την κληρονομία[2].

Δικαίωμα αποποιήσεως έχει εκ του νόμου κάθε κληρονόμος, ανεξάρτητα από το γενεσιουργό λόγο της κληρονομικής διαδοχής (διαθήκη, νόμο) με βάση τον οποίο καλείται στην κληρονομία. Η αποποίηση, που συνιστά και μονομερή δικαιοπραξία ως ανωτέρω ελέχθη, πρέπει, επί ποινή ακυρότητας, να είναι ρητή και περιβεβλημένη με ορισμένο τύπο, ήτοι να γίνει ενώπιον του δικαστηρίου της κληρονομίας[3] (συνδυασμός άρθρων 1848 του ΑΚ και 812 του ΚΠολΔ), συντασσόμενης έκθεσης προς τούτο[4], ενώ παράλληλα πρέπει να γίνει μέσα στην αποκλειστική προθεσμία που προβλέπεται στην 1847 ΑΚ. Η προθεσμία αυτή κατά κανόνα είναι τετράμηνη, με εξαίρεση δύο περιπτώσεις στις οποίες η προθεσμία είναι ενός έτους, ήτοι α) όταν ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία του κατοικία στο εξωτερικό και β) όταν ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή όταν διέμενε στο εξωτερικό.

Ο νόμος καθιερώνει ιδιαίτερα σύντομη προθεσμία προκειμένου να μην παρατείνεται η αβεβαιότητα ως προς το αν ο προσωρινός κληρονόμος θα αποκτήσει οριστικά την κληρονομία. Τόσο οι δανειστές της κληρονομίας όσο και τα πρόσωπα που θα κληθούν στην κληρονομία σε περίπτωση έκπτωσης  του αρχικώς καλούμενου έχουν εύλογο ενδιαφέρον να αρθεί το συντομότερο η σχετική αβεβαιότητα[5].  Από την άλλη μεριά, δεν θα ήταν δίκαιο να αξιώνεται από τον κληρονόμο να προβεί αμέσως σε αποποίηση, αλλά πρέπει να του δοθεί η δυνατότητα να λάβει γνώση της κατάστασης της κληρονομίας (ενεργητικό, χρέη κλπ), ώστε να μπορεί ύστερα από στάθμιση όλων των επιμέρους παραγόντων να αποφασίσει, αν θα καταστεί και οριστικά κληρονόμος[6].

Η παραπάνω προθεσμία  αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή και το λόγο της, ενώ σε επαγωγή από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης. Για την έναρξη της προθεσμίας αποποίησης, απαιτείται συνεπώς όχι μόνο γνώση της επαγωγής αλλά και του λόγου της. Γνώση της επαγωγής υπάρχει όταν ο κληρονόμος έμαθε ότι συντρέχουν οι νομικές προϋποθέσεις και τα πραγματικά περιστατικά που επιφέρουν την επαγωγή της κληρονομίας σε αυτόν[7]. Έτσι, δεν αρκεί η γνώση του θανάτου του κληρονομουμένου, αλλά απαιτείται και η γνώση της συνδρομής  των (νομικών και πραγματικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την κλήση του συγκεκριμένου κληρονόμου στην κληρονομία του αποβιώσαντος[8]. Είναι προφανές ότι σε περίπτωση που ο κληρονόμος καλείται μετά την έκπτωση άλλου προπορευόμενου κληρονόμου, π.χ. λόγω αποποίησης ή κήρυξης αναξιότητας, ματαίωσης τοκετού κυοφορούμενου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη της προθεσμίας αποποίησης πριν ο κληρονόμος λάβει γνώση αυτών των μεταγενέστερων του θανάτου του κληρονομούμενου περιστατικών.

Αναφορικά με την κληρονομία που επάγεται σε ανήλικο, αυτή θεωρείται ότι γίνεται αποδεκτή πάντοτε με το ευεργέτημα της απογραφής (1527 ΑΚ). Η αποποίηση δε της κληρονομίας από ανήλικο  γίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 1526  («Οι γονείς δεν μπορούν, χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, να επιχειρήσουν στο όνομα του τέκνου τις πράξεις που απαγορεύονται και στον επίτροπο ανηλίκου χωρίς άδεια του δικαστηρίου») και 1625 παρ. 1 περ. 1 ΑΚ («Ο επίτροπος, χωρίς τη γνωμοδότηση του εποπτικού συμβουλίου και την άδεια του δικαστηρίου, δεν έχει το δικαίωμα στο όνομα του ανηλίκου: 1. να αποποιείται κληρονομία ή να παραιτείται από τη νόμιμη μοίρα κληρονομίας που επάγεται στον ανήλικο…»), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1510 επ. ΑΚ, από τους ασκούντες τη γονική του μέριμνα γονείς, μετά από, κατόπιν αιτήσεως χορηγούμενη, σχετική άδεια του Δικαστηρίου, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 και 797 ΚΠολΔ).

Όπως γίνεται δε δεκτό, εάν η κληρονομιά επάγεται σε πρόσωπο ανίκανο για δικαιοπραξία, η γνώση της επαγωγής και του λόγου της ελέγχεται στο πρόσωπο του νομίμου αντιπροσώπου. Επομένως, το στοιχείο της γνώσης της επαγωγής, ούτως ώστε να αρχίσει να τρέχει η αποκλειστική τετράμηνη  προθεσμία της αποποίησης, κρίνεται στο πρόσωπο των γονέων σε περίπτωση ανηλίκου που τελεί υπό γονική μέριμνα. Αν δε ο γονέας στον οποίο, ως πλησιέστερο συγγενή του κληρονομούμενου, επήχθη η κληρονομία, προβεί σε δήλωση αποποίησης αυτής, η τετράμηνη προθεσμία για να αποποιηθεί την κληρονομία για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου του άρχεται από το χρόνο της δικής του αποποιήσεως[9].

Κατά την 1847 παρ. 3 ΑΚ η προθεσμία αποποίησης αναστέλλεται για τους ίδιους λόγους που αναστέλλεται και η παραγραφή, με συνέπεια την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 255 επ. ΑΚ και τη συνακόλουθη μη συμπλήρωση της προθεσμίας πριν από την παρέλευση τεσσάρων μηνών από την παύση της αναστολής, όταν ο κληρονόμος εμποδίστηκε να ασκήσει μέσα στην ανωτέρω τετράμηνη προθεσμία το δικαίωμα της αποποίησης από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας. Γίνεται λοιπόν δεκτό ότι κατά το χρονικό διάστημα από την υποβολή της αίτησης στο Δικαστήριο για την παροχή άδειας για αποποίηση κληρονομιάς, που θα γίνει για λογαριασμό ανηλίκου, και μέχρι δημοσιεύσεως της σχετικής οριστικής απόφασης, η προθεσμία προς αποποίηση αναστέλλεται κατ’ άρθρο 255 εδ. α΄ ΑΚ λόγω ανωτέρας βίας, καθώς η αποποίηση της κληρονομιάς που θα γίνει από το νόμιμο αντιπρόσωπο του ανηλίκου εξαρτάται από γεγονός μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμη και με τη λήψη μέτρων άκρας επιμελείας εκ μέρους του τελευταίου, και δη από την παροχή άδειας εκ μέρους του δικαστηρίου, όπου μη δοθείσης αυτής, δε χωρεί νομότυπη για τον ανήλικο αποποίηση κληρονομιάς.

 Τέλος, ως προς το ζήτημα της κατά τόπον αρμοδιότητας του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο για τη χορήγηση άδειας προς τους γονείς του ανήλικου τέκνου, προκειμένου αυτοί να προχωρήσουν στην αποποίηση  της επαχθείσης σε αυτό κληρονομιαίας περιουσίας, σύμφωνα με  το άρθρο 797 εδ. α΄ ΚΠολΔ  κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο στην περίπτωση αυτή είναι «το ειρηνοδικείο της συνήθους διαμονής του ανηλίκου». Πρόκειται για αποκλειστική αρμοδιότητα, προς επίτευξη της ασφάλειας του δικαίου. Ως κατοικία θεωρείται ο τόπος της κύριας και μόνιμης εγκατάστασης του προσώπου (άρθρο 51 ΑΚ). Ο ανήλικος που τελεί υπό γονική μέριμνα έχει κατοικία την κατοικία των γονέων του ή του γονέα που ασκεί μόνος του τη γονική μέριμνα (άρθρο 56 παρ. 1 εδ. α΄ ΑΚ). Επομένως, αρμόδιο δικαστήριο για παροχή άδειας στους γονείς προς αποποίηση κληρονομιάς είναι το ειρηνοδικείο του τόπου συνήθους διαμονής του ανηλίκου, και όχι το δικαστήριο της κληρονομίας.

Κατερίνα Μπασιαρίδου

Δικηγόρος LLM


[1] Βλπ. Ν. Ψούνη, Κληρονομικό Δίκαιο Ι, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2004, σελ. 152 και εξής, Β. Α. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, Ερμηνεία – Νομολογία Αστικού Κώδικα (Κατ’ άρθρο), Τόμος ΣΤ΄, Ημίτομος Α΄, Κληρονομικό Δίκαιο, Άρθρα 1710-1870, Αθήνα 2009, σελ. 593 και εξής, Κ .Α. Παπαδόπουλο, Αγωγές Κληρονομικού Δικαίου, Τόμος πρώτος, Θεωρία – Νομολογία – Πράξη, Αθήνα 1994, σελ. 176.

[2] Βλπ. Απόστολο Σ. Γεωργιάδη, Κληρονομικό Δίκαιο, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 660 επ.

[3] Κατά το άρθρο 810 του ΚΠολΔ: «Δικαστήριο της κληρονομίας είναι το Ειρηνοδικείο στην περιφέρεια του οποίου ο κληρονομούμενος  είχε κατά το χρόνο θανάτου του  την κατοικία του, και, αν δεν είχε κατοικία, τη διαμονή του, και αν δεν είχε ούτε διαμονή, το ειρηνοδικείο της πρωτεύουσας του Κράτους».

[4] Βλπ. Απόστολο Σ. Γεωργιάδη, ό.π., σελ. 660 επ.

[5] Βλπ. Βουζίκα, §18 III 1, Ψούνη, ό.π., σελ. 154.

[6] Γι’ αυτό η προθεσμία  της ΑΚ 1847 καλείται «προθεσμία διασκέψεως», βλπ. Γεωργιάδη, ό.π., σελ 664 επ.

[7] Βλπ. Βουζίκα,§18 III 2 β, Γωργιάδη ό.π., σελ. 665 επ.,  ΑΠ 424/2005 ΕλλΔνη 48, 176, ΑΠ 426/2002 ΕλλΔνη 43, 1665, ΕφΑθ 3605/2003 ΕλλΔνη 44,1660, ΕφΑθ 3773/1999 Αρμ 54, 208, ΜΠρΑθ 3925/2006 Νόμος.

[8] Βλπ. Γεωργιάδη ό.π., σελ. 665 επ.

[9] Βλπ. ΠΠρΘεσσ 11468/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.