Είμαι έγκυος (ή νέα μητέρα) και εργάζομαι. Ποια είναι τα δικαιώματά μου στην ελληνική εργατική νομοθεσία;

Η προστασία της μητρότητας αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας. Αμέσως παρακάτω θα αναφερθούμε στα δικαιώματα που έχει κάθε εργαζόμενη γυναίκα κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της, αλλά και μετά τον τοκετό.

Ι) Άδεια μητρότητας (τοκετού και λοχείας)

Δυνάμει του άρθρου 7 της από 23.05.2000 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως  Εργασίας, το οποίο κυρώθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2874/2000, κάθε εργαζόμενη γυναίκα δικαιούται να λάβει άδεια μητρότητας, η συνολική διάρκεια της οποίας ανέρχεται σε δέκα επτά (17) εβδομάδες. Από το διάστημα αυτό, οι οκτώ (8) εβδομάδες (δηλαδή 56 ημέρες) χορηγούνται υποχρεωτικώς πριν από την πιθανή ημερομηνία του τοκετού (άδεια τοκετού) και οι υπόλοιπες εννέα (9) εβδομάδες (δηλαδή 63 ημέρες) μετά τον τοκετό (άδεια λοχείας).

Με την παραπάνω νομοθετική διάταξη, θεσπίζεται αφενός υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει άδεια προ και μετά τον τοκετό και αφετέρου δικαίωμα της εργαζομένης να ζητήσει και να λάβει την άδεια αυτή πριν και μετά τον τοκετό. Σε περίπτωση που ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που είχε αρχικά πιθανολογηθεί, το υπόλοιπο της αδείας θα χορηγείται, σύμφωνα με το άρθρο 7 της από 09.06.1993 ΕΓΣΣΕ, στην οποία παραπέμπει η διάταξη της ΕΓΣΣΕ του έτους 2000, υποχρεωτικά μετά τον τοκετό, ώστε να εξασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση χρόνος συνολικής αδείας δέκα επτά (17) εβδομάδων. Σημειώνεται ότι την άδεια λοχείας δικαιούται και η γυναίκα της οποίας το τέκνο γεννήθηκε νεκρό ή πέθανε μετά τον τοκετό.

Κατά το διάστημα της απουσίας της λόγω τοκετού, η εργαζόμενη δικαιούται να λάβει από τον εργοδότη της τις αποδοχές 15 ημερών, εάν δεν είχε συμπληρώσει έτος υπηρεσίας και ενός (1) μηνός εάν είχε συμπληρώσει έτος υπηρεσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 657 και 658 του Αστικού Κώδικα. Τις αποδοχές αυτές δικαιούται να λάβει εφόσον δεν είχε εξαντλήσει, για άλλο ανυπαίτιο κώλυμα, το δικαίωμα λήψεως των αποδοχών αυτών για το συγκεκριμένο εργασιακό έτος.

Από τις αποδοχές αυτές, ο εργοδότης δικαιούται να αφαιρέσει («εκπέσει») ό,τι έλαβε η εργαζομένη εξαιτίας του τοκετού, δυνάμει υποχρεωτικής εκ του νόμου ασφαλίσεως.  Στην περίπτωση αυτή, αφαιρείται ολόκληρο το καταβληθέν για το συγκεκριμένο διάστημα από τον ασφαλιστικό οργανισμό ποσό, δηλαδή και εκείνο που αντιστοιχεί στις μη εργάσιμες ημέρες του διαστήματος. Εάν, όμως, η εργαζομένη δεν δικαιούται να λάβει παροχές από τον φορέα υποχρεωτικής ασφαλίσεως, τότε ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να της καταβάλει ολόκληρες τις αποδοχές των 15 ημερών ή του ενός (1) μηνός.

        Εφόσον η εργαζόμενη γυναίκα έχει πραγματοποιήσει 200 τουλάχιστον ημέρες ασφάλισης κατά τα δύο τελευταία χρόνια πριν από την πιθανή ημέρα τοκετού και δεν εργάζεται κατά το διάστημα της επιδότησης, δηλαδή 56 μέρες πριν τον τοκετό και 63 μέρες μετά, δικαιούται να λάβει από το ΙΚΑ (νυν ΕΦΚΑ) επίδομα μητρότητας (από την πρώτη ημέρα απουσίας της), ίσο με το 50% του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσεως στην οποία εμπίπτει ο μέσος όρος αποδοχών της των τελευταίων 30 ημερών εργασίας του ημερολογιακού έτους πριν από την πιθανή ημέρα τοκετού. Το βασικό αυτό επίδομα προσαυξάνεται κατά 10% για κάθε συντηρούμενο μέλος οικογενείας. Η καταβολή του επιδόματος μητρότητας δεν εξαρτάται από την χρονική διάρκεια της εγκυμοσύνης, ούτε από την γέννηση ζωντανού ή μη εμβρύου ή την επιβίωση του γεννηθέντος.

Επίσης, η γυναίκα ασφαλισμένη στο ΙΚΑ δικαιούται να λάβει από τον ΟΑΕΔ τη διαφορά μεταξύ των τακτικών της αποδοχών και των επιδομάτων μητρότητος που έλαβε ή δικαιούται να λάβει από το ΙΚΑ, για το διάστημα που δεν λαμβάνει αποδοχές από τον εργοδότη της.

Για το διάστημα, επομένως, των δέκα επτά (17) εβδομάδων, κατά το οποίο η εργαζόμενη απέχει από την εργασία της, λαμβάνει τελικώς αθροιστικά (ήτοι από τον εργοδότη, το ΙΚΑ και τον ΟΑΕΔ) το σύνολο των τακτικών αποδοχών που θα ελάμβανε και εφόσον δεν απουσίαζε από την εργασία της.

 ΙΙ) Μείωση ωραρίου

Σύμφωνα με το άρθρο 6 της από 15.04.2002 ΕΓΣΣΕ, όπως τροποποιήθηκε με την από 24.05.2004 ΕΓΣΣΕ, οι εργαζόμενες μητέρες δικαιούνται για τον θηλασμό και τις αυξημένες φροντίδες για την ανατροφή του παιδιού τους, είτε να προσέρχονται αργότερα, είτε να αποχωρούν νωρίτερα κατά μία ώρα κάθε ημέρα από την εργασία τους για χρονικό διάστημα τριάντα (30) μηνών από την λήξη της άδειας λοχείας. Εναλλακτικά, κατόπιν συμφωνίας με τον εργοδότη, το ημερήσιο ωράριο των εργαζόμενων μητέρων μπορεί να ορίζεται μειωμένο κατά δύο (2) ώρες ημερησίως για τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες και κατά μία (1) ώρα ημερησίως για έξι (6) επιπλέον μήνες. Την μείωση του ωραρίου δικαιούται και η απασχολουμένη με εκ περιτροπής εργασία, δηλαδή για λιγότερες ημέρες την εβδομάδα, αλλά με πλήρες ωράριο ημερησίως, ενώ περαιτέρω δικαίωμα μειωμένου ωραρίου έχει και η απασχολουμένη με μειωμένο ημερήσιο ωράριο, οπότε και στην περίπτωση αυτή η μείωση του ωραρίου θα είναι ανάλογη. Εφόσον συμφωνήσει ο εργοδότης, εναλλακτικά με τις δύο παραπάνω επιλογές, η μητέρα μπορεί αντί για μειωμένο ωράριο, να πάρει συνεχόμενη άδεια με αποδοχές, διάρκειας περίπου 3,5 μηνών (ισόχρονη προς το μειωμένο ωράριο άδεια).

Σημειώνεται ότι την άδεια απουσίας για τη φροντίδα του παιδιού μπορεί να ζητήσει εναλλακτικά ο πατέρας, εάν δεν κάνει χρήση αυτής η εργαζόμενη μητέρα (άρθρ. 9 παρ. 2 της από 09.06.1993 ΕΓΣΣΕ). Προϋπόθεση λήψεως της αδείας αυτής από τον πατέρα είναι να έχει το σχετικό δικαίωμα η μητέρα και να μη το ασκεί, κάτι που πιστοποιείται με την χορήγηση βεβαίωσης εκ μέρους του εργοδότη της μητέρας. Από 01.01.2000, το δικαίωμα μειωμένου ωραρίου της μητέρας (ή εναλλακτικά του πατέρα) έχουν και οι θετοί γονείς παιδιών ηλικίας έως έξι (6) ετών (άρθρ. 8 της από 23.05.2000 ΕΓΣΣΕ). 

Σε όλες τις ως άνω περιπτώσεις, πάντως, οι εργαζόμενες μητέρες δικαιούνται πλήρεις τις αποδοχές τους και δεν διαδραματίζει καμία απολύτως σημασία η μείωση του ωραρίου τους.

 ΙΙΙ) Ειδική άδεια προστασίας της μητρότητας

Δυνάμει του άρθρου 142 του Ν. 3655/2008, οι εργαζόμενες μητέρες που είναι ασφαλισμένες στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και απασχολούνται σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, με πλήρη ή μερική απασχόληση δικαιούνται ειδική άδεια προστασίας μητρότητας χρονικής διάρκειας έξι (6) μηνών. Η άδεια αυτή χορηγείται στις εργαζόμενες μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας (τοκετού –λοχείας), της ισόχρονης προς το μειωμένο ωράριο άδειας, καθώς επίσης και στις εργαζόμενες που αμέσως μετά τα ανωτέρω διαστήματα κάνουν χρήση της ετήσιας κανονικής άδειας, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο με βάση της ετήσιες προθεσμίες για τη χορήγησή της. Το δικαίωμα αυτό ασκείται εντός εξήντα (60) ημερών από τη λήξη των ανωτέρω αδειών. 

Κατά την διάρκεια της εν λόγω άδειας, καταβάλλονται αποδοχές που είναι ίσες με τον κατώτατο μισθό, όπως ορίζεται κάθε φορά με βάση την ΕΓΣΕΕ. Φορέας καταβολής των αποδοχών είναι ο ΟΑΕΔ. Κατά τη διάρκεια της ειδικής αυτής άδειας, ο ΟΑΕΔ υποχρεούται να καταβάλλει στην εργαζόμενη μητέρα μηνιαίως ποσό ίσο με τον κατώτερο μισθό, καθώς και αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας. Σε περίπτωση απασχόλησης μέχρι και 4 ώρες ημερησίως ή μέχρι 13 ημέρες τον μήνα κατά τη διάρκεια του εξαμήνου που προηγείται της άδειας κυοφορίας, το καταβαλλόμενο από τον ΟΑΕΔ ποσό ισούται με το μισό του καθοριζόμενου κατώτερου μισθού.

 IV) Προστασία από την απόλυση

Δυνάμει του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 1483/1984, όπως αντικαταστάθηκε δυνάμει του Ν. 3996/2011, ορίζεται ότι «Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει δεκαοκτώ (18) μήνες από τον τοκετό ή το μεγαλύτερο χρόνο που προβλέπεται στην παρούσα, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται και μέχρι τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρόνων. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη». Επίσης, το άρθρο 10 παρ. 2 του Π.Δ. 176/1997 ορίζει ότι σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του Νόμου 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση στην Επιθεώρηση Εργασίας.

Με βάση, επομένως, την διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 1483/1984, καθίσταται άκυρη η απόλυση γυναίκας εργαζόμενης που λαμβάνει χώρα είτε κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της είτε κατά το χρονικό διάστημα των 18 μηνών που έπονται του τοκετού. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η κατά παράβαση της εν λόγω νομοθετικής διάταξης καταγγελία θεωρείται ως μη γενομένη και ο εργοδότης οφείλει για όλο το χρονικό διάστημα από την καταγγελία μισθούς υπερημερίας. Ιδιαίτερα θα πρέπει να εξαρθεί το ότι η προστασία που παρέχεται από τον νόμο κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά τον τοκετό δεν εξαρτάται από το εάν ο εργοδότης γνώριζε ή όχι την εγκυμοσύνη, με αποτέλεσμα η εργαζόμενη να μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα της απόλυσής της, ακόμη και αν ο εργοδότης αγνοούσε παντελώς την εγκυμοσύνη. Περαιτέρω, η ως άνω προστασία επιφυλάσσεται τόσο στις έγκυρες συμβάσεις εργασίας όσο και στις άκυρες συμβάσεις εργασίας, άποψη που έχει επικυρωθεί και από την υπ’ αριθ. 892/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Εξαίρεση από την παρεχόμενη προστασία προβλέπει ο νόμος μόνο στην περίπτωση που συντρέχει σπουδαίος λόγος που να δικαιολογεί την απόλυση της εγκύου. Ειδικότερα, ως σπουδαίος λόγος νοείται κάθε περιστατικό, το οποίο κατ’ αντικειμενική κρίση και εκτίμηση, καθιστά στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή την συνέχιση της σύμβασης εργασίας. Σπουδαίο λόγο αποτελεί λ.χ. η μη συμμόρφωση της εργαζομένης προς τις οδηγίες και υποδείξεις του εργοδότη, η άσκηση ανταγωνιστικής προς τον εργοδότη δραστηριότητας, η πλημμελής εκπλήρωση των εργασιακών καθηκόντων κ.ο.κ. Στην περίπτωση αυτή, πάντως, ο εργοδότης δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης προς την εργαζομένη, εκτός εάν ο σπουδαίος λόγος για τον οποίο καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας συνίσταται σε διάπραξη ποινικού αδικήματος για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη ή υποβλήθηκε μήνυση εκ μέρους του εργοδότη.

Σκλαβουνάκη Κατερίνα

Δικηγόρος LLM