«Η σκύλευση του Πανεπιστημιακού ασύλου»

Με αφορμή την ανοιχτή επιστολή επιφανών προσώπων της χώρας σχετικά με τη τύχη του πανεπιστημιακού ασύλου, καταθέτω την άποψή μου.  Καταρχήν, η φράση «κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου» είναι αφενός νομικά λανθασμένη, πολιτικά αδόκιμη αλλά και επικοινωνιακά φορτισμένη.

Στη πραγματικότητα και κατά κυριολεξία θα έπρεπε να μιλάμε για την επαναφορά του ασύλου, τη προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας και την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας. Εξηγούμαι:

Είναι νομικά λανθασμένη αφού σε κανένα συντακτικό ή τυπικό νόμο δεν υφίσταται η λέξη «άσυλο». Τόσο στις σχετικές διατάξεις του Ν.1268/1982, όσο και σε εκείνες του Ν.4009/2011 αλλά και στις πρόσφατες, του Ν.4485/2017 το Πανεπιστημιακό άσυλο προκύπτει εννοιολογικά και ερμηνεύεται συστηματικά υπό το πρίσμα της  δικαιολογημένης επέμβασης της αστυνομίας λόγω επείγουσας ανάγκης εξυπηρέτησης νόμιμου σκοπού. Συνεπώς, η έλλειψη της σχετικής γραμματικής διατύπωσης σημαίνει ότι εσφαλμένα μιλάμε για «κατάργηση» μη υπάρχουσας διάταξης.

Δηλαδή τι ακριβώς να καταργήσουμε;   Αντίθετα, οφείλουμε να μιλάμε για εφαρμογή του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου και εφαρμογή του κανόνα δικαίου όπως αυτός τελολογικά ερμηνεύεται και άρα επέμβαση της αστυνομίας σε περίπτωση διάπραξης κακουργημάτων, καθώς και εγκλημάτων κατά της ζωής και ύστερα από απόφαση του αρμόδιου οργάνου σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι ο νόμος Διαμαντοπούλου- όπως λέγεται- δεν κατήργησε κάτι, αλλά εύστοχα πρόβλεψε ότι «σε αξιόποινες πράξεις που τελούνται εντός των χώρων των ΑΕΙ εφαρμόζεται η κοινή νομοθεσία», οπού η κοινή νομοθεσία προέβλεπε την αντιμετώπιση πλημμεληματικών και κακουργηματικών  συμπεριφορών.

Είναι πολιτικά αδόκιμη αφού ο συντακτικός νομοθέτης στο αρ. 16 παρ.1 αντιλαμβάνεται την ακαδημαϊκή ελευθερία ως αναπόσπαστο τμήμα και θεμέλιο λίθο της συνταγματικής νομιμότητας για την οποία μάλιστα θέτει μοναδική ρήτρα το καθήκον υπακοής στο σύνταγμα. Συνεπώς δεν μιλάμε για κάποια κατάργηση δικαιώματος αλλά για εμμονή στη συνταγματική νομιμότητα.

Η αποτροπή εγκληματικών συμπεριφορών και διάπραξη αδικημάτων, η ενθάρρυνση της ελεύθερης πανεπιστημιακής έκφρασης, η ακώλυτη πανεπιστημιακή διδασκαλία, η προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων, η αντιμετώπιση βίας και ανομίας, η αποφυγή βανδαλισμών δεν αποτελούν πράξεις κατάργησης δικαιώματος αλλά αντίθετα εμποδίζουν την κατάλυση και τον εκφυλισμό αυτού που ο νομοθέτης θέλει να προστατέψει ως αγαθό, την ακαδημαϊκή ελευθερία. Δεν μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για «κατάργηση» αλλά για θεσμική εγγύηση κανόνων από μια ευνομούμενη πολιτεία.  

Τέλος, είναι επικοινωνιακά αρνητικά φορτισμένη γιατί όταν κάποιος μιλάει ενοχικά για «κατάργηση» παρουσιάζεται αμήχανα απολογούμενος και μοιάζει σαν αιχμάλωτος που και ο ίδιος σκέφτεται πως θα σπάσει τα δεσμά χωρίς να τον πάρουν χαμπάρι οι δεσμοφύλακες.

Αντίθετα, η πιστή εφαρμογή του Συνάγματος είναι υπέρτατη  πράξη γενναιότητας και αποτελεί επιβεβλημένη περιφρούρηση των δημοκρατικών θεσμών. Η καταπάτηση των ακαδημαϊκών ελευθεριών με τον μανδύα του «ασύλου» περιέθαλψε  παρανομίες και επέτρεψε τον δημόσιο εξευτελισμό δασκάλων, συμβόλων, κτιρίων, αρχών και κυρίως άφησε αποσβολωμένους και απογοητευμένους χιλιάδες συμπολίτες μας.

Είναι καθήκον μας πια να προστατεύσουμε τα Πανεπιστήμια μας από την επίθεση που δέχονται. Να τα αναδείξουμε ως καταφύγια ιδεών και όχι εγκλημάτων. Να απαντήσουμε θεσμικά  σε όσους για τους δικούς τους λόγους, σκύλευσαν, απογύμνωσαν και εξευτέλισαν την έννοια του Πανεπιστημιακού ασύλου.