Μυστική Διαθήκη: Πότε θεωρείται έγκυρη;

Από το άρθρο 1738 του ΑΚ προκύπτει ότι μυστική διαθήκη είναι το έγγραφο που εγχειρίζει ο διαθέτης στο συμβολαιογράφο, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες, ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, ενώ απαιτείται και η προφορική δήλωση του διαθέτη ότι στο έγγραφο περιέχεται η τελευταία του βούληση, με ποινή ακυρότητας.

Η μυστική διαθήκη αποτελεί μια ιδιάζουσα μορφή διαθήκης, έναν ενδιάμεσο τύπο μεταξύ ιδιόγραφης και δημόσιας διαθήκης και καταρτίζεται σε δυο στάδια: αφενός της σύνταξης  του εγγράφου και αφετέρου της παράδοσης  αυτού στον συμβολαιογράφο  ενώπιον μαρτύρων.

Το έγγραφο που συντάσσεται σε πρώτη φάση, το οποίο περιέχει την τελευταία βούληση του διαθέτη, μπορεί να έχει γραφεί και από τρίτο πρόσωπο, σε αντίθεση με την ιδιόγραφη διαθήκη. Η μυστική διαθήκη διαφέρει και από τη δημόσια ως προς τη μη δήλωση του διαθέτη ενώπιον του συμβολαιογράφου και των μαρτύρων της τελευταίας του βούλησης, αλλά τουναντίον ο διαθέτης αρκείται στην προσκόμιση του σχετικού εγγράφου στον συμβολαιογράφο δηλώνοντας συνάμα ότι αυτό περιέχει τη βούλησή του. 

Με την υπ’ αριθμ. 2519/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε το ζήτημα του του κύρους  μυστικής διαθήκης, που έφερε τη μονογραφή του διαθέτη στα τέσσερα χωριστά ημίφυλλα από τα οποία αποτελείτο η διαθήκη, ενώ η πλήρης υπογραφή του διαθέτη είχε  τεθεί  στο τέλος της διαθήκης, αποτελούμενη από το κύριο όνομα και το επώνυμο του διαθέτη. Σημειούται πως ούτε πρωτοδίκως, ούτε και στο δεύτερο βαθμό, αμφισβητήθηκε η προέλευση της υπογραφής από το πρόσωπο του διαθέτη από την ενάγουσα -εκκαλούσα. 

Η αμφισβήτηση του κύρους της επίδικης μυστικής διαθήκης είχε ως έρεισμα τον ισχυρισμό της ενάγουσας- εκκαλούσης πως η θέση της μονογραφής του διαθέτη και όχι της υπογραφής του στα τρία πρώτα ημίφυλλα της επίδικης μυστικής διαθήκης συνιστά λόγο ακυρότητας αυτής, ισχυρισμός που απερρίφθη ως νόμω αβάσιμος και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και από το εφετείο, για τους λόγους που εκτίθενται αμέσως κατωτέρω: 

«Από τις διατάξεις των άρθρων 1738, 1741, 1742, και 1730 παρ. 2 ΑΚ προκύπτει, ότι για την κατάρτιση  μυστικής διαθήκης, ο διαθέτης παραδίδει αυτοπροσώπως στο συμβολαιογράφο, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες, ή δεύτερος συμβολαιογράφος  και ένας μάρτυρας, έγγραφο δηλώνοντας προφορικά ότι περιέχει την τελευταία βούληση. Το έγγραφο που εγχειρίζεται ή το περικάλυμμά του, αν δεν είναι σφραγισμένο έτσι που να μην μπορεί να ανοιχτεί χωρίς ρήξη ή βλάβη  του σφραγίσματος, πρέπει να σφραγιστεί με τέτοιο τρόπο μπροστά στο διαθέτη και στα πρόσωπα που συμπράττουν.  Επ’ αυτού του σφραγισμένου εγγράφου ή του περικαλύμματός του ο συμβολαιογράφος πρέπει να σημειώσει το όνομα και το επώνυμο του διαθέτη και τη χρονολογία παραδόσεώς του, η σημείωση δε αυτή πρέπει να υπογραφεί από το διαθέτη  και τα πρόσωπα που συμπράττουν, τα οποία πρέπει να είναι παρόντα καθ’ όλη τη διάρκεια των παραπάνω διατυπώσεων.  Για την κατάρτιση της μυστικής διαθήκης πρέπει να συνταχθεί από τον συμβολαιογράφο πράξη, η οποία πρέπει να περιέχει  την ημεροχρονολογία καταθέσεώς της, τα στοιχεία του διαθέτη, του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων που συμπράττουν, να βεβαιώνεται σ’ αυτήν ότι τηρήθηκαν τα περί παραδόσεως του εγγράφου και προφορικής δήλωσης του διαθέτη, τα περί σφραγίσεως του εγγράφου ή του περικαλύμματος του και της επ’ αυτού σημειώσεως του συμβολαιογράφου, να βεβαιώνεται ότι τα συμπράττοντα πρόσωπα ήταν παρόντα καθ’ όλη τη διάρκεια  της πράξεως, να διαβιβαστεί στο διαθέτη ενώ ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν, και τέλος η πράξη αυτή να υπογραφεί από το διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν. Αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω διατυπώσεις η μυστική διαθήκη είναι, κατ’ άρθρο 1718 ΑΚ, άκυρη, εφόσον ο νόμος  δεν ορίζει διαφορετικά. 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1740 παρ. 1 εδ.α’ του ΑΚ, επί μυστικής διαθήκης, το έγγραφο που εγχειρίζεται στο συμβολαιογράφο πρέπει σε κάθε περίπτωση να φέρει την υπογραφή του διαθέτη, ενώ σύμφωνα με το εδαφ. β’ του ίδιου άρθρου, αν είναι γραμμένο ολικά ή μερικά  από άλλον, πρέπει να φέρει την υπογραφή του διαθέτη σε κάθε ημίφυλλο. Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η υπογραφή της μυστικής διαθήκης που απαιτείται  σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το εδάφ. α’ του άρθρου  1740 ΑΚ και τίθεται στο τέλος του εγγράφου έχει ως σκοπό την εξακρίβωση  της ταυτότητας του διαθέτη και της προέλευσης εν γένει του εγγράφου από αυτόν, ενώ η υπογραφή που απαιτείται σε κάθε ημίφυλλο έχει ως σκοπό να αποκλείσει  το ενδεχόμενο να παρεισφρήσουν στη διαθήκη σελίδες που δεν έχουν συνταχθεί από το διαθέτη και αλλοιώνουν την τελευταία του βούληση.

Από τη διασταλτική ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης (ΑΚ 1740_) σαφώς προκύπτει ότι ο τελευταίος αυτός σκοπός αναμφισβήτητα  εξυπηρετείται και με την τεθείσα από το διαθέτη μονογραφή, αφού και με αυτήν εξακριβώνεται  προέλευση κάθε ημίφυλλου από αυτόν και η βούλησή του να ενταχθεί το περιεχόμενό του στη διαθήκη,. Τυχόν συσταλτική ερμηνεία  της εν λόγω διάταξη ς και ακολούθως παραδοχή ότι η μονογραφή του διαθέτη δεν δύναται να θεωρηθεί ως υπογραφή, κατά την έννοια του εδ. β’ της διάταξης του άρθρου 1740 του ΑΚ, γεγονός που θα οδηγούσε συχνά σε ακύρωση της σαφώς εκπεφρασμένης  τελευταίας βούλησης, θα παραβίαζε αναμφισβήτητα την αρχή της προσπάθειας διατήρησης του κύρους της διαθήκης και της διαφύλαξης της τελευταίας βούλησης του διαθέτη, στην οποία ο ίδιος ο νομοθέτης αποδίδει πρωταρχική σημασία στη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής, υπό το πνεύμα της οποίας πρέπει να ερμηνεύονται οι οικείες διατάξεις (πρβλ. ΟΛΑΠ 67/1990 ΝΟΜΟΣ).» 

Εν κατακλείδι, εκ των ανωτέρω συνάγεται πως η θέση της μονογραφής του διαθέτη στα ημίφυλλα της μυστικής διαθήκης και όχι της υπογραφής του (η οποία όμως έχει τεθεί στο τελευταίο φύλλο της διάταξης τελευταίας βουλήσεως), δεν συνιστά λόγο ακυρότητας αυτής, καθότι τοιουτοτρόπως θα επερχόταν αδικαιολόγητη συσταλτική ερμηνεία της ΑΚ 1740, και θα διακυβευόταν η  αρχή  της προσπάθειας διατήρησης του κύρους της διαθήκης και της διαφύλαξης της τελευταίας βούλησης του διαθέτη.